ανταλλαγή

[анталлаги] ома. Θ. обмен.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανταλλαγή" в других словарях:

  • ἀνταλλαγή — exchanging fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανταλλαγή — Η αλλαγή ενός πράγματος με έναάλλο. Στις πρωτόγονες οικονομίες, τα οικονομικά αγαθά ανταλλάσσονται πάντοτε μεταξύ τους (ο ψαράς προσφέρει τα ψάρια του στον αγρότη και παίρνει ως αντάλλαγμα σιτάρι), χωρίς προσφυγή στον ενδιάμεσο ρόλο του χρήματος …   Dictionary of Greek

  • ανταλλαγή — η 1. το να δίνει κανείς κάτι και να παίρνει γι αυτό κάτι άλλο, αλλαξιά: Το μεταξύ των δύο αυτών χωρών εμπόριο κυρίως είναι ανταλλαγή προϊόντων. 2. (φυσιολ.), «ανταλλαγή της ύλης», η συνεχής αποσύνθεση και αναγέννηση των κυττάρων στους ζωντανούς… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνταλλαγῇ — ἀνταλλάσσω exchange aor subj pass 3rd sg ἀνταλλάσσω exchange aor subj pass 3rd sg ἀνταλλαγή exchanging fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εναλλαγή — Ανταλλαγή γενετικού υλικού ανάμεσα σε ζεύγη χρωμοσωμάτων που προέρχονται από τους δύο γονείς ενός ατόμου, στη διάρκεια του σχηματισμού του ωαρίου και του σπερματοζωαρίου. * * * η (AM ἐναλλαγή) 1. αμοιβαία αλλαγή, εκ περιτροπής διαδοχή, διαδοχική… …   Dictionary of Greek

  • ἀνταλλαγαῖς — ἀνταλλαγή exchanging fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταλλαγαί — ἀνταλλαγή exchanging fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταλλαγῆς — ἀνταλλαγή exchanging fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταλλαγήν — ἀνταλλαγή exchanging fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμπόριο — Οικονομική ασχολία η οποία, μέσω πράξεων αγοραπωλησίας, μεταβιβάζει τα αγαθά των παραγωγών στους καταναλωτές (ή άλλους παραγωγούς) στην ποσότητα, στον τόπο και στη στιγμή που χρειάζονται. Βασική είναι η διάκριση ανάμεσα σε εσωτερικό και σε… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.